kapitulacja

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kapitulacja kapitulacje
γενική kapitulacji kapitulacji(/kapitulacyj)
δοτική kapitulacji kapitulacjom
αιτιατική kapitulac kapitulacje
οργανική kapitulac kapitulacjami
τοπική kapitulacji kapitulacjach
κλητική kapitulacjo kapitulacje

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

kapitulacja < λατινική capitulare < capitulum

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kapitulacja (pl) θηλυκό

  1. η συνθηκολόγηση, η παράδοση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]