συνθηκολόγηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνθηκολόγηση συνθηκολογήσεις
γενική συνθηκολόγησης
& συνθηκολογήσεως
συνθηκολογήσεων
αιτιατική συνθηκολόγηση συνθηκολογήσεις
κλητική συνθηκολόγηση συνθηκολογήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνθηκολόγηση < συνθηκολογώ (η λέξη φαίνεται να πρωτοεμφανίζεται το 1880)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνθηκολόγηση θηλυκό

  1. η σύναψη συνθήκης, κυρίως μετά από εμπόλεμη κατάσταση
  2. (κατ’ επέκταση) το σταμάτημα της εμπόλεμης κατάστασης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]