lemma

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lemma (en)

  1. το λήμμα, η κύρια μορφή μιας λέξης που τίθεται ως τίτλος μιας καταχώρισης σε λεξικό
  2. (λογική) το λήμμα

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

lemma < λατινική lemma < αρχ. ελληνική λῆμμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lemma lemmi

lemma (it)

  1. μαθηματικά : το λήμμα , η απόδειξη ενός θεωρήματος
  2. γλωσσολογία : λέξη ή φράση



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

lemma < αρχαία ελληνική λῆμμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lemma (la)

  1. μαθηματικά : το λήμμα , η απόδειξη ενός θεωρήματος
  2. γλωσσολογία : λέξη ή φράση