λήμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : λῆμμα, λῆμα, λίμα, Λίμα, λύμα, λεῖμμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λήμμα λήμματα
γενική λήμματος λημμάτων
αιτιατική λήμμα λήμματα
κλητική λήμμα λήμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λήμμα < ελληνιστική κοινή λῆμμα < αρχαία ελληνική λῆμμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.ma/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λήμμα ουδέτερο

  1. καταχώρηση, άρθρο που υπάρχει αλφαβητικά καταχωρισμένο σε ένα λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια
    Το Βικιλεξικό έχει πάνω από 80.000 λήμματα στην ελληνική γλώσσα.
  2. (λογική) πρόταση που θεωρείται αληθής και χρησιμοποιείται σε ένα συλλογισμό για να αποδειχθεί η αλήθεια ενός συμπεράσματος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]