δίλημμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίλημμα διλήμματα
γενική διλήμματος διλημμάτων
αιτιατική δίλημμα διλήμματα
κλητική δίλημμα διλήμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίλημμα < ελληνιστική κοινή δίλημμα < δι- + αρχαία ελληνική λῆμμα < λαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίλημμα ουδέτερο

  • η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν έχει δύο ή περισσότερες επιλογές που όμως είναι και οι δύο αβέβαιες ή παρουσιαζουν και οι δύο δυσκολίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]