διλήμματος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

διλήμματος ουδέτερο



Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / διλήμματος τὸ διλήμματον
      γενική τοῦ/τῆς διλημμάτου τοῦ διλημμάτου
      δοτική τῷ/τῇ διλημμάτ τῷ διλημμάτ
    αιτιατική τὸν/τὴν διλήμματον τὸ διλήμματον
     κλητική ! διλήμματε διλήμματον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ διλήμματοι τὰ διλήμματ
      γενική τῶν διλημμάτων τῶν διλημμάτων
      δοτική τοῖς/ταῖς διλημμάτοις τοῖς διλημμάτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς διλημμάτους τὰ διλήμματ
     κλητική ! διλήμματοι διλήμματ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ διλημμάτω τὼ διλημμάτω
      γεν-δοτ τοῖν διλημμάτοιν τοῖν διλημμάτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
διλήμματος (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δι- (δίς) + λῆμμα, λημματ- (στη σημασία: συλλογισμός) [1] + -ος. Δείτε και το λαμβάνω

Επίθετο

[επεξεργασία]

διλήμματος, -ος, -ον

  • (ελληνιστική κοινή) δίσημος (για δίσημη πρόταση), αβέβαιος (για συλλογισμό με αβέβαιες λύσεις)
    ※  2ος αιώνας κε Γαληνός, Εισαγωγή διαλεκτική (Institutio logica) @cmg.bbaw.de, 6.5@scaife.perseus
    τοιαύτη μὲν ἐν ταῖς προτάσεσιν ἡ ἀντιστροφή· συλλογισμοὶ δὲ ἀλλήλοις ἀντιστρέφουσιν οἱ διλήμματοι ὧν ἓν λῆμμα κοινόν, τὸ δὲ λοιπὸν καθ’ ἕτερον ἀντίκειται τῷ τοῦ λοιποῦ συμπεράσματι·

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
διλήμματος: ελληνιστικός κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

διλήμματος ουδέτερο

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.