λῆμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: λῆμμα, λεῖμμα, λήμμα, λίμα, Λίμα, λύμα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική λῆμα λήματε λήματα
Γενική λήματος λημάτοιν λημάτων
Δοτική λήματι λημάτοιν λήμασι
Αιτιατική λῆμα λήματε λήματα
Κλητική λῆμα λήματε λήματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λῆμα < λάω / λῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λῆμα ουδέτερο

  1. θέληση, επιθυμία
  2. σκέψη
  3. απόφαση
  4. διάθεση
  5. αποφασιστικότητα, θάρρος
  6. αλαζονεία, θράσος