λεξικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λεξικό τα λεξικά
      γενική του λεξικού των λεξικών
    αιτιατική το λεξικό τα λεξικά
     κλητική λεξικό λεξικά
Παράρτημα
ένα έντυπο λεξικό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λεξικό < ελληνιστική κοινή λεξικόν (εννοείται βιβλίον), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: λεξικός < αρχαία ελληνική λέξις < λέγω (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dictionnaire[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /lɛ.ksi.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

λεξικό ουδέτερο

  1. (λεξικογραφία) έργο (βιβλίο, ψηφιακό αρχείο ή/και ιστότοπος) που συστηματικά συγκεντρώνει και ταξινομεί λέξεις σε αλφαβητική ή άλλη σειρά, παρέχοντας και ποικίλες πληροφορίες (γραμματικές, συντακτικές, ερμηνευτικές, ετυμολογικές κ.λπ.)
  2. το βιβλίο που συστηματικά συγκεντρώνει και αναπτύσσει συνοπτικά τους όρους ενός επιστημονικού κλάδου
  3. (γλωσσολογία) το σύνολο των λέξεων που μπορεί να χρησιμοποιεί για επικοινωνία μια γλωσσική κοινότητα (σε αντιδιαστολή προς το λεξιλόγιο ενός ατόμου)
  4. (πληροφορική), (δομή δεδομένων) βλ. συνώνυμο πίνακας συσχετισμών

Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου

λεξικό

Open book icon.png Αναφορές