λεξικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεξικό λεξικά
γενική λεξικού λεξικών
αιτιατική λεξικό λεξικά
κλητική λεξικό λεξικά
ένα έντυπο λεξικό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεξικό < λεξικόν < ουδέτερο του επιθέτου λεξικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɛ.ksi.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεξικό ουδέτερο

  1. βιβλίο που συστηματικά συγκεντρώνει και ταξινομεί λέξεις σε αλφαβητική ή άλλη σειρά, παρέχοντας και ποικίλες πληροφορίες (γραμματικές, συντακτικές, ερμηνευτικές, ετυμολογικές κ.λπ.)
  2. το βιβλίο που συστηματικά συγκεντρώνει και αναπτύσσει συνοπτικά τους όρους ενός επιστημονικού κλάδου
  3. (γλωσσολογία) το σύνολο των λέξεων που μπορεί να χρησιμοποιεί για επικοινωνία μια γλωσσική κοινότητα (σε αντιδιαστολή προς το λεξιλόγιο ενός ατόμου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

λεξικό