ειλημμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ειλημμένος η ειλημμένη το ειλημμένο
      γενική του ειλημμένου της ειλημμένης του ειλημμένου
    αιτιατική τον ειλημμένο την ειλημμένη το ειλημμένο
     κλητική ειλημμένε ειλημμένη ειλημμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ειλημμένοι οι ειλημμένες τα ειλημμένα
      γενική των ειλημμένων των ειλημμένων των ειλημμένων
    αιτιατική τους ειλημμένους τις ειλημμένες τα ειλημμένα
     κλητική ειλημμένοι ειλημμένες ειλημμένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειλημμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λαμβάνω, λαμβάνομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

ειλημμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]