magic

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

magic (en)

  1. η μαγεία
    συνώνυμα: thaumaturgy, conjuring, sorcery, witchcraft
  2. μια μαγική τελετή
  3. ένα μαγικό τρικ που δίνει την ψευδαίσθηση της μαγείας
    συνώνυμα: sleight of hand, illusionism, legerdemain
  4. (μεταφορικά) μαγεία, κάτι ακατανόητο ή εντυπωσιακό, μαγευτικό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

magic (en)

  1. μαγικός
  2. ταχυδακτυλουργικός
  3. μαγευτικός