Μετάβαση στο περιεχόμενο

meaning

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
meaning meanings

meaning (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η έννοια, η σημασία, το νόημα μιας λέξης, φράσης κτλ.
    παράδειγμα  a word with several meanings - μια λέξη με πολλές έννοιες/σημασίες
    παράδειγμα  in the broadest meaning of the word - με την πιο πλατιά έννοια της λέξης
    παράδειγμα  with the literal meaning of the word - με την κυριολεκτική σημασία της λέξης
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη sense
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η σημασία, το νόημα, τα πράγματα ή τις ιδέες που κάποιος θέλει να μου μεταδώσει με αυτά που λέει ή κάνει
    παράδειγμα  the meaning of what he said - η σημασία αυτών που είπε
    παράδειγμα  He understood the meaning of the remark.
    Κατάλαβε το νόημα της παρατήρησης.
    παράδειγμα  The meaning of his words are ambiguous.
    Το νόημα των λόγων του είναι διφορούμενο.
    παράδειγμα  The words have lost their meaning.
    Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους.
    παράδειγμα  a gesture with a deep meaning - μια χειρονομία με βαθύ νόημα
     συνώνυμα:  significance
  3. (μη μετρήσιμο) η έννοια, η πραγματική σημασία ενός συναισθήματος ή μιας εμπειρίας
    παράδειγμα  the meaning of beauty/time - η έννοια του ωραίου/του χρόνου
    παράδειγμα  Regardless of the political meaning of the event.
    Ανεξάρτητα από την πολιτική σημασία του γεγονότος.
  4. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το νόημα, οι ιδέες που επιθυμεί να επικοινωνήσει ένας συγγραφέας, καλλιτέχνης κτλ. με ένα βιβλίο, έναν πίνακα ζωγραφικής κτλ.
    παράδειγμα  the meaning of a work of art - το νόημα ενός έργου τέχνης
    παράδειγμα  Do you get any meaning out of this poem?
    Βγάζεις νόημα απ' αυτό το ποίημα.
  5. (μη μετρήσιμο) το νόημα, η ιδιότητα ή η αίσθηση του σκοπού που με κάνει να νιώθω ότι η ζωή μου είναι πολύτιμη
    παράδειγμα  My life has lost all its meaning.
    Η ζωή μου έχει χάσει κάθε νόημα.
    παράδειγμα  Man tries to give meaning to his life.
    Ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει ένα νόημα στη ζωή του.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

meaning (en)