Μετάβαση στο περιεχόμενο

mixed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός mixed
συγκριτικός more mixed
υπερθετικός most mixed

mixed (en)

  1. μικτός, που αποτελείται από δύο ή περισσότερα διαφορετικά στοιχεία
    παράδειγμα  a mixed number - μεικτός αριθμός
  2. ανάμικτος, που έχει και καλές και κακές ιδιότητες ή συναισθήματα
    παράδειγμα  a mixed reception - ανάμικτη υποδοχή (πχ με επευφημίες και αποδοκιμασίες)
    παράδειγμα  I am having mixed feelings about something.
    Έχω ανάμικτα αισθήματα για κάτι.
  3. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) ανάμικτος, μικτός, που αποτελείται από διαφορετικά είδη ανθρώπων, για παράδειγμα, άτομα από διαφορετικές φυλές και πολιτισμούς
    παράδειγμα  The village’s mixed population has locals and refugees.
    Ο πληθυσμός του χωριού είναι ανάμεικτος από ντόπιους και πρόσφυγες.
    παράδειγμα  a mixed marriage - μεικτός γάμος
  4. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) ανάμικτος, που αποτελείται από διαφορετικούς τύπους του ίδιου πράγματος
    παράδειγμα  a mixed salad - ανάμικτη σαλάτα
    παράδειγμα  ice cream mixed with vanilla and chocolate - παγωτό ανάμεικτο με βανίλια και σοκολάτα
  5. (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) μικτός, και για άντρες και για γυναίκες
    παράδειγμα  a mixed school - μικτό σχολείο
    παράδειγμα  mixed restrooms - μεικτά λουτρά

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

mixed (en)