Μετάβαση στο περιεχόμενο

mug

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mug mugs

mug (en)

  1. η κούπα
    παράδειγμα  Who drank from my ceramic mug?
    Ποιος ήπιε από την κεραμική κούπα μου;
  2. (μεταφορικά) η φάτσα (μειωτικό)
ενεστώτας mug
γ΄ ενικό ενεστώτα mugs
αόριστος mugged
παθητική μετοχή mugged
ενεργητική μετοχή mugging

mug (en)

  • (μεταβατικό) ληστεύω, επιτίθεμαι σε κάποιον βίαια για να του κλέψω χρήματα, κοσμήματα κτλ., ειδικά σε δημόσιο χώρο
    παράδειγμα  They mugged me in the dark.
    Με ληστέψανε στα σκοτεινά.



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mug (nl)