mug
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mug | mugs |
mug (en)
- η κούπα
Who drank from my ceramic mug?
- Ποιος ήπιε από την κεραμική κούπα μου;
- (μεταφορικά) η φάτσα (μειωτικό)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | mug |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | mugs |
| αόριστος | mugged |
| παθητική μετοχή | mugged |
| ενεργητική μετοχή | mugging |
mug (en)
- (μεταβατικό) ληστεύω, επιτίθεμαι σε κάποιον βίαια για να του κλέψω χρήματα, κοσμήματα κτλ., ειδικά σε δημόσιο χώρο
They mugged me in the dark.
- Με ληστέψανε στα σκοτεινά.
Πηγές
[επεξεργασία]
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mug (nl)