muster

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Muster, master

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  • κοπάδιασμα, μάζεμα ζώων, συγκέντρωση

Ρήμα[επεξεργασία]

  1. καλώ κάποιον για επιθεώρηση, συγκαλώ το στράτευμα (κυρίως για επιθεώρηση ή για προετοιμασία μάχης)
  2. μαζεύω τις δυνάμεις μου, βρίσκω το κουράγιο μου, επιστρατεύω την ενέργειά μου