parabola

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

parabola (en)

  1. (μαθηματικά) η παραβολή

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

parabola (pl) θηλυκό

  1. (μαθηματικά) η παραβολή
  2. η παραβολή, η αλληγορική διήγηση

Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

parabola (cs) θηλυκό

  1. (μαθηματικά) η παραβολή