pel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : pêl

Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pel < λατινική pellem (= προβιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pel θηλυκό

  1. το δέρμα
  2. η φλούδα
  3. η περγαμηνή, κείμενο γραμμένο πάνω σε περγαμηνή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pel < λατινική palum (= παλούκι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
cas sujet pieus pel
cas régime pel pieus

pel αρσενικό

  1. το παλούκι



Οξιτανικά (oc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pel (oc) αρσενικό

  1. η τρίχα