prospective

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : perspective

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

prospective

  1. πιθανός, ενδεχόμενος
  2. μελλοντικός
  3. αναμενόμενος



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
prospective prospectives

prospective (fr) θηλυκό

  1. η μελέτη όλων των δυνατοτήτων που απορρέουν από μια πράξη ή απόφαση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]