απορρέω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απορρέω < αρχαία ελληνική ἀπορρέω < ἀπό + ῥέω (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική découler. Πρόθημα απο-
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]απορρέω
- (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) προέρχομαι από κάπου, πηγάζω, εκπηγάζω, προκύπτω
- ※ Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο επίτροπος για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας και τις Διαπραγματεύσεις Διεύρυνσης, Johannes Hahn, η Ε.Ε. έχει καλέσει την Τουρκία «να σεβαστεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων καλής γειτονίας καθώς και του σεβασμού στις εσωτερικές δικαστικές διαδικασίες των κρατών μελών». (www.efsyn.gr, 27.02.2017)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | απορρέω | απέρρεα | θα απορρέω | να απορρέω | απορρέοντας | |
| β' ενικ. | απορρέεις | απέρρεες | θα απορρέεις | να απορρέεις | απορρέε | |
| γ' ενικ. | απορρέει | απέρρεε | θα απορρέει | να απορρέει | ||
| α' πληθ. | απορρέουμε | απορρέαμε | θα απορρέουμε | να απορρέουμε | ||
| β' πληθ. | απορρέετε | απορρέατε | θα απορρέετε | να απορρέετε | απορρέετε | |
| γ' πληθ. | απορρέουν(ε) | απέρρεαν απορρέαν(ε) |
θα απορρέουν(ε) | να απορρέουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | απέρευσα | θα απορεύσω | να απορεύσω | απορεύσει | ||
| β' ενικ. | απέρευσες | θα απορεύσεις | να απορεύσεις | απορεύσε | ||
| γ' ενικ. | απέρευσε | θα απορεύσει | να απορεύσει | |||
| α' πληθ. | απορεύσαμε | θα απορεύσουμε | να απορεύσουμε | |||
| β' πληθ. | απορεύσατε | θα απορεύσετε | να απορεύσετε | απορεύστε | ||
| γ' πληθ. | απέρευσαν απορεύσαν(ε) |
θα απορεύσουν(ε) | να απορεύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω απορεύσει | είχα απορεύσει | θα έχω απορεύσει | να έχω απορεύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις απορεύσει | είχες απορεύσει | θα έχεις απορεύσει | να έχεις απορεύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει απορεύσει | είχε απορεύσει | θα έχει απορεύσει | να έχει απορεύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε απορεύσει | είχαμε απορεύσει | θα έχουμε απορεύσει | να έχουμε απορεύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε απορεύσει | είχατε απορεύσει | θα έχετε απορεύσει | να έχετε απορεύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν απορεύσει | είχαν απορεύσει | θα έχουν απορεύσει | να έχουν απορεύσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα απο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)