αναμενόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναμενόμενος αναμενόμενη/
αναμενομένη
αναμενόμενο
γενική αναμενόμενου/
αναμενομένου
αναμενόμενης/
αναμενομένης
αναμενόμενου/
αναμενομένου
αιτιατική αναμενόμενο αναμενόμενη/
αναμενομένη
αναμενόμενο
κλητική αναμενόμενε αναμενόμενη/
αναμενομένη
αναμενόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναμενόμενοι αναμενόμενες αναμενόμενα
γενική αναμενόμενων/
αναμενομένων
αναμενόμενων/
αναμενομένων
αναμενόμενων/
αναμενομένων
αιτιατική αναμενόμενους αναμενόμενες αναμενόμενα
κλητική αναμενόμενοι αναμενόμενες αναμενόμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναμενόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναμένω, (απόδοση) αγγλική expected [1]. Πρόθημα ανα-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.na.mɛˈnɔ.mɛ.nɔs/

Μετοχή[επεξεργασία]

αναμενόμενος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.