Μετάβαση στο περιεχόμενο

protest

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
ΔΦΑ : /ˈprəʊ.test/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /ˈproʊ.test/ (ΗΠΑ)
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: protest
Ρήμα
ΔΦΑ : /prəˈtest/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /proʊˈtest/ (ΗΠΑ)
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: protest

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
protest protests

protest (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • η διαμαρτυρία, η διαδήλωση
    παράδειγμα  The people in the city organised a protest against air pollution.
    Οι άνθρωποι, στην πόλη, διοργάνωσαν μια διαμαρτυρία κατά τη ρύπανση της ατμόσφαιρας.
    παράδειγμα  The students decided to occupy their school in protest.
    Οι φοιτητές αποφάσισαν κατοχή της σχολής τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
    παράδειγμα  There was a large protest in downtown Athens.
    Έγινε μεγάλη διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας.
    παράδειγμα  The police closed the roads due to the protest.
    Η αστυνομία έκλεισε τους δρόμους λόγω της διαδήλωσης.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
ενεστώτας protest
γ΄ ενικό ενεστώτα protests
αόριστος protested
παθητική μετοχή protested
ενεργητική μετοχή protesting

protest (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) διαμαρτύρομαι, διαδηλώνω, λέω ή κάνω κάτι για να δείξω ότι διαφωνώ με κάτι ή ότι το θεωρώ κακό, ειδικά δημόσια
    παράδειγμα  Women all over the world protest against inequality every year on 8 March.
    Γυναίκες, σε όλον τον κόσμο, διαμαρτύρονται κατά της ανισότητας κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου.
    παράδειγμα  People are protesting (about) heavy taxation.
    Ο λαός διαμαρτύρεται για τη βαριά φορολογία.
    παράδειγμα  Doctors decided to shut down many district hospitals and Health Centers, protesting budget cuts.
    Να κλείσουν πολλά νοσοκομεία της επαρχίας και Κέντρα Υγείας αποφάσισαν οι γιατροί, διαμαρτυρόμενοι για τις περικοπές των κονδυλίων.
    παράδειγμα  People took to the streets and protested all night.
    Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους και διαδήλωνε όλη νύχτα.
    παράδειγμα  Thousands of people protested for human rights.
    Χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
    παράδειγμα  The citizens protested against the government.
    Οι πολίτες διαδήλωσαν κατά της κυβέρνησης.
  2. (μεταβατικό) ισχυρίζομαι, διακηρύσσω, δηλώνω ξεκάθαρα ότι κάτι ισχύει, ειδικά όταν με έχουν κατηγορήσει για κάτι ή όταν οι άλλοι δεν με πιστεύουν
    παράδειγμα  He protested that he was innocent.
    Ισχυριζόταν ότι ήταν αθώος.
    παράδειγμα  She protested her innocence.
    Διακήρυξε την αθωότητα της.