searching

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

searching (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος search

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

searching (en)

  1. εξονοχυστική, λεπτομερής (κυρίως για έρευνα)
  2. ερευνητικός

Επίθετο[επεξεργασία]

searching (en)

  1. αναζήτηση, ψάξιμο, έρευνα