Μετάβαση στο περιεχόμενο

shock

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
shock shocks

shock (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο συγκλονισμός, το σοκ, ένα έντονο αίσθημα έκπληξης ως αποτέλεσμα κάτι που συμβαίνει, ειδικά κάτι δυσάρεστο· το γεγονός που προκαλεί αυτό το συναίσθημα
    παράδειγμα  deep/mental shock - βαθύς/ψυχικός συγκλονισμός
    παράδειγμα  It gave me a shock learning that…
    Έπαθα σοκ μαθαίνοντας ότι…
  2. (μη μετρήσιμο, ιατρική) το σοκ, μια σοβαρή ιατρική κατάσταση
    παράδειγμα  nervous/post-operative/septic/allergic shock - νευρικό/μετεγχειρητικό/σηπτικό/αλλεργικό σοκ
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η δόνηση, το τράνταγμα, βίαιη κίνηση που προκαλείται από έκρηξη, σεισμό κτλ.
    παράδειγμα  There was a seismic shock measuring a magnitude of 5 on the Richter scale.
    Έγινε σεισμική δόνηση πέντε βαθμών στην κλίμακα Ρίχτερ.
    παράδειγμα  The bumper absorbs the shock on impact.
    Ο προφυλακτήρας απορροφά το τράνταγμα κατά τη διάρκεια κρούσης.
  4. το ρεύμα, η ηλεκτροπληξία
    παράδειγμα  Don't touch that wire or you'll get a shock.
    Μην αγγίζεις αυτό το καλώδιο ή θα σε πιάσει ρεύμα.
    παράδειγμα  He gave himself a mild shock while changing a light bulb.
    Πήρε ένα ήπιο ηλεκτροπληξία ενώ άλλαζε την λάμπα.
ενεστώτας shock
γ΄ ενικό ενεστώτα shocks
αόριστος shocked
παθητική μετοχή shocked
ενεργητική μετοχή shocking

shock (en)

  1. (μεταβατικό) σοκάρω, συγκλονίζω, εκπλήσσω και στενοχωρώ κάποιον
    παράδειγμα  I felt shocked at the sight of his blood.
    Αισθάνθηκα σοκαρισμένος στη θέα του αίματος.
    παράδειγμα  The news of his death shocked me.
    Με συγκλόνισε η είδηση του θανάτου του.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) σοκάρω, για κακή γλώσσα, ανήθικη συμπεριφορά κτλ., προσβάλλω κάποιον ή γεμάτος φρίκη
    παράδειγμα  I was shocked to hear her swear.
    Σοκαρίστηκα φοβερά όταν την άκουσα να βλαστημάει.
    παράδειγμα  He wanted to shock us with his wild outfit.
    Ήθελε να μας σοκάρει με το έξαλλο ντύσιμό του.



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

shock (it)