slice

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slice (en)

  1. φέτα από κάτι, κομμάτι
  2. μερίδιο, μερίδα
  3. (προγραμματισμός) συνεχόμενο τμήμα ενός πίνακα (array) και κατ' επέκταση το τμήμα (substring) μιας συμβολοσειράς (string)

Ρήμα[επεξεργασία]

slice (en)

  1. κόβω, κόβω σε φέτες

Δείτε επίσης[επεξεργασία]