slice

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slice (en)

  1. φέτα από κάτι, κομμάτι
  2. μερίδιο, μερίδα

Ρήμα[επεξεργασία]

slice (en)

  1. κόβω, κόβω σε φέτες