soy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

soy (en)

  1. (Β. Αμερική) η σόγια



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

soy (es)

  1. α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος ser



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

soy < πρωτοτουρκική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈso·ɪ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

soy (tr)

  1. σόι
  2. συγγενολόι
  3. γένος
  4. καταγωγή

Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]