soy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

soy (en)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

soy (es)

  • α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος ser



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

soy < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική صوی (soy)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈso·ɪ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

soy (tr)

  1. το σόι
  2. το συγγενολόι
  3. το γένος
  4. η καταγωγή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]