spat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
spat spats

spat (en)

  • γκέτα σαν κάλυμμα πάνω από παπούτσι

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

spat (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος spit