spat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
spat spats

spat (en)

  • γκέτα σαν κάλυμμα πάνω από παπούτσι

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

spat (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος spit