argument

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɑɹɡjumənt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

argument (en)

  1. το επιχείρημα
  2. ο καβγάς
  3. (μαθηματικά) το όρισμα ή ανεξάρτητη μεταβλητή
    δείτε επίσης: argument of a function στην αγγλική Βικιπαίδεια
  4. (πληροφορική) η πραγματική παράμετρος
    δείτε επίσης: parameter (computer programming) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

πληροφορική:

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

argument 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
argument arguments

argument (fr) αρσενικό

  1. το επιχείρημα
  2. (πληροφορική), (μαθηματικά) το όρισμα



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /arˈɡũmɛ̃nt/
argument 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

argument (pl) αρσενικό

  1. το επιχείρημα
  2. (πληροφορική), (μαθηματικά) το όρισμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

argument 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

argument (sv) ουδέτερο

  1. επιχείρημα