quarrel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

quarrel (en)

  1. καβγάς, τσακωμός, λογομαχία
  2. πρισματικό κομμάτι χρωματιστού γυαλιού
  3. τετραγωνικό πλακάκι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

quarrel (en)