quarrel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

quarrel (en)

  1. καβγάς, τσακωμός, λογομαχία
  2. πρισματικό κομμάτι χρωματιστού γυαλιού
  3. τετραγωνικό πλακάκι

Ρήμα[επεξεργασία]

quarrel (en)