strata

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική strata straty
γενική straty strat
δοτική stracie stratom
αιτιατική stratę straty
οργανική stratą stratami
τοπική stracie stratach
κλητική strato straty

Ετυμολογία [επεξεργασία]

strata < tracić / stracić

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstra.ta/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

strata (pl) θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]