strata

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική strata straty
γενική straty strat
δοτική stracie stratom
αιτιατική stratę straty
οργανική stratą stratami
τοπική stracie stratach
κλητική strato straty

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

strata < tracić / stracić

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstra.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

strata (pl) θηλυκό

  1. η απώλεια, το χάσιμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]