tempting
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | tempting |
| συγκριτικός | more tempting |
| υπερθετικός | most tempting |
tempting (en)
- δελεαστικός, προκλητικός, που σε θέτει-βάζει σε πειρασμό, που δίνει αφορμές να παραβείς την ηθική
- συναρπαστικός, -ή, -ό
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]tempting (en)