thoroughly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

thoroughly < thorough

Επίρρημα[επεξεργασία]

thoroughly (en)

  1. ενδελεχώς, επιμελώς, με προσοχή στη λεπτομέρεια, χωρίς να παραλειφθεί τίποτα
    she read the instructions thoroughly before turning on the device
  2. τελείως, απολύτως, εντελώς
    I am thoroughly disgusted with your behavior