Μετάβαση στο περιεχόμενο

throw out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας throw out
γ΄ ενικό ενεστώτα throws out
αόριστος threw out
παθητική μετοχή thrown out
ενεργητική μετοχή throwing out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
throw out <  δείτε τις λέξεις throw και out

throw out (en)

  1. (μεταβατικό) βγάζω, πετάω κάποιον έξω, διώχνω κάποιον ως ανεπιθύμητο
    παράδειγμα  I throw the enemy out of a town.
    Βγάζω τον εχθρό από μια πόλη.
    παράδειγμα  He grabbed him by the collar and threw him out.
    Tον άρπαξε από το γιακά και τον πέταξε έξω.
    παράδειγμα  They threw him out of the tavern.
    Τον έδιωξαν από την ταβέρνα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη kick out
  2. (μεταβατικό) ρίχνω, λέω μια ιδέα με τρόπο που υποδηλώνει ότι δεν την έχω σκεφτεί πολύ
    παράδειγμα  I am throwing an idea out there.
    Ρίχνω μια ιδέα.
  3. (μεταβατικό) πετάω κάτι ως άχρηστο
    παράδειγμα  Throw out all these papers!
    Πέτα όλα αυτά τα χαρτιά!
    παράδειγμα  They threw out all the old furniture and bought new ones.
    Πέταξαν όλα τα παλιά έπιπλα και αγόρασαν καινούρια.
     συνώνυμα: throw away,  και δείτε τη λέξη junk