view
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| view | views |
view (en)
- (μετρήσιμο) η θέα, τι μπορεί να δει από ένα συγκεκριμένο μέρος ή θέση, ειδικά ένα όμορφο μέρος
a room with a view - ένα δωμάτιο με ωραία θέα
The view from the hill is lovely.
- Η θέα από το λόφο είναι θαυμάσια.
- (μη μετρήσιμο) η θέα, η όψη, χρησιμοποιείται όταν μιλάει για το αν μπορεί να δει κάτι
From here you get a better view of the lake.
- Από δω έχεις καλύτερη θέα της λίμνης.
the side view of the Parthenon - η πλαϊνή όψη του Παρθενώνα
- η άποψη, η γνώμη
On the sidelines of the conference, the leaders of the two countries exchanged views on various secondary issues.
- Στο περιθώριο της συνδιάσκεψης οι ηγέτες των δύο χωρών αντάλλαξαν απόψεις για ποικίλα δευτερεύοντα θέματα.
- (διαδίκτυο) η προβολή, μια περίσταση όταν κάτι προβάλλεται στο διαδίκτυο
page views in the last 30 days - προβολές σελίδας τις τελευταίες 30 ημέρες
- (πληροφορική, προγραμματισμός) η απεικόνιση, το τμήμα του προγράμματος που όταν λειτουργεί είναι ορατό και με το οποίο αλληλεπιδρά ο χρήστης
Each view is designed not to fill the screen with useless information.
- Κάθε απεικόνιση έχει σχεδιαστεί ώστε να μη γεμίζει την οθόνη με άχρηστες πληροφορίες.
- → δείτε τη λέξη user interface
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | view |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | views |
| αόριστος | viewed |
| παθητική μετοχή | viewed |
| ενεργητική μετοχή | viewing |
view (en)
Πηγές
[επεξεργασία]- view - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 367, 639. ISBN 9780194325684., λήμμα: θέα, όψη