view

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
view views

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vjuː/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

view (en)

  1. η όψη, η θέα
  2. η άποψη, η γνώμη
  3. (πληροφορική, προγραμματισμός) η απεικόνιση, το τμήμα του προγράμματος που όταν λειτουργεί είναι ορατό και με το οποίο αλληλεπιδρά ο χρήστης
    Each view is designed not to fill the screen with useless information - Κάθε απεικόνιση έχει σχεδιαστεί ώστε να μη γεμίζει την οθόνη με άχρηστες πληροφορίες
    δείτε τη λέξη user interface

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας view
γ΄ ενικό ενεστώτα views
αόριστος viewed
παθητική μετοχή viewed
ενεργητική μετοχή viewing

view (en)

  1. βλέπω, θωρώ