web

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Web

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

web (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

web (en)

  1. (αμετάβατο) υφαίνω ιστό
  2. (μεταβατικό) μπλέκω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

web < αγγλική

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /wɛb/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

web (fr) αρσενικό

  1. (πληροφορική) το διαδίκτυο