wheel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wheel (en)

  1. τροχός, ρόδα οχήματος
  2. ( με το άρθρο the) το τιμόνι αυτοκινήτου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: steering wheel
  3. τιμόνι πλοίου
  4. τροχός (όργανο βασανιστηρίου)
  5. ανέμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wheel (en)

  1. τσουλάω
  2. κάνω κύκλους (στον αέρα πετώντας)