ρόδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόδα ρόδες
γενική ρόδας
αιτιατική ρόδα ρόδες
κλητική ρόδα ρόδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ρόδα < βενετική roda < λατινική rota

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɾɔ.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ρόδα

  1. εξάρτημα των μέσων μεταφοράς που περιστρέφεται γύρω από έναν οριζόντιο άξονα προσαρμοσμένο στη βάση του οχήματος, ο τροχός
    οι ρόδες του αυτοκινήτου, ποδήλατο με μία ρόδα
  2. (ναυτικό) κυκλικό τμήμα του τιμονιού και το χειρίζεται ο πιλότος
  3. (συνεκδοχικά) το αυτοκίνητο
    σκέφτεται να αγοράσει νέα ρόδα

Εκφράσεις[]

  • ρόδα είναι και γυρίζει : τίποτε δεν είναι σταθερό, η ζωή έχει πολλές μεταβολές

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[]

ρόδα