ρόδο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ρόδο | τα | ρόδα |
| γενική | του | ρόδου | των | ρόδων |
| αιτιατική | το | ρόδο | τα | ρόδα |
| κλητική | ρόδο | ρόδα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ρόδο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥόδον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɾo.ðo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ρό‐δο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ρόδο ουδέτερο
- (λουλούδι) το άνθος της τριανταφυλλιάς, τριαντάφυλλο
- ※ Νύφη τα μαγουλάκια σου σα ρόδα κοκκινίζουν / μοιάζουν εκατοντάφυλλα που τον Απρίλη ανθίζουν. (Οι μαντινάδες: κρητική δημοτική ποίηση, εκδ. Βιβλιοεκδοτική Α.Ε., Μ και Γ. Αναστασάκης, 1994, σελ. 213 )
- (μεταφορικά) κάτι πολύ όμορφο
ρόδο του Ισπαχάν (για μια όμορφη κοπέλα)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ρόδο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ρόδο
|
→ δείτε τη λέξη τριαντάφυλλο |
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λουλούδια (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)