ρόδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ρόδο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρόδο ρόδα
γενική ρόδου ρόδων
αιτιατική ρόδο ρόδα
κλητική ρόδο ρόδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ρόδο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ρόδο ουδέτερο

  1. το τριαντάφυλλο, το άνθος της τριανταφυλλιάς
  2. (μεταφορικά) κάτι πολύ όμορφο
    ρόδο του Ισπαχάν (για μια όμορφη κοπέλα)

32πχ Μεταφράσεις[]