έρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έρμα έρματα
γενική έρματος ερμάτων
αιτιατική έρμα έρματα
κλητική έρμα έρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έρμα < αρχαία ελληνική ἕρμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έρμα ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος), (ναυπηγικός όρος): το βάρος που προστίθεται στον πυθμένα ενός πλοίου ή σκάφους, μόνιμο ή προσωρινό, για να ρυθμίζει την ευστάθεια ή ισορροπία του, η σαβούρα
  2. {αεροπλοΐα): το βάρος που προστίθεται σε αερόστατο για την κατά βούληση ρύθμιση ύψους
  3. {ωκεανογραφία): επικίνδυνη για την ναυσιπλοΐα έξαρση βυθού θάλασσας, ποταμού ή εκβολών ποταμού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στήθος
  4. (στρατιωτικός όρος): τεχνητό εμπόδιο ποντισμένο κοντά σε ακτή εύκολης προσγειάλωσης
  5. σωρός χωμάτων ή χαλικιών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:: τούμπα
  6. (σιδηροδρομική): το ανυψωμένο υπόστρωμα χαλικιών μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι στρωτήρες
  7. (μεταφορικά) αρχές ή κίνητρα που κατευθύνουν τη συμπεριφορά ή τη δράση κάποιου
    σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτό που µας ταλανίζει είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθικό έρµα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

έρμα