αλατισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αλατισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αλατίζω

[] Open book 01.svg Μετοχή

αλατισμένος, -η, -ο

  1. που του έχουμε προσθέσει αλάτι για να γίνει νόστιμος
    η σαλάτα δεν είναι αλατισμένη· ρίξε λίγο αλάτι τώρα, γιατί δεν τρώγεται
  2. που του έχουμε προσθέσει αλάτι για να διατηρηθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παστός


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες