παστός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παστός < αρχαία ελληνική παστός
Επίθετο [
]
παστός
- που έχει επεξεργαστεί με αλάτι για να διατηρηθεί
[
]
Μεταφράσεις [
]
παστός
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- παστός < πάσσω
Ουσιαστικό [
]
παστός αρσενικό και παστάς
- η παστάδα
Επίθετο [
]
παστός