βεληνεκές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεληνεκές βεληνεκή
γενική βεληνεκούς βεληνεκών
αιτιατική βεληνεκές βεληνεκή
κλητική βεληνεκές βεληνεκή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βεληνεκές, λόγια λέξη < βέλος + -ηνεκές (< θέμα ενεγκ-, από τον αόριστο β' του ρήματος φέρω), βλέπε και διηνεκής και το αρχαίο δουρηνεκής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βεληνεκές ουδέτερο

  1. η οριζόντια απόσταση που διανύει ένα βέλος ή συνηθέστερα βλήμα πυροβόλου όπλου από το σημείο βολής έως το σημείο πρόσκρουσης
  2. (για όπλα) μέγιστο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξεύσει ένα βλήμα
  3. (για όπλα) δραστικό βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξεύσει ένα βλήμα και να πλήξει αποτελεσματικά το στόχο του
  4. (για όπλα) ωφέλιμο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξεύσει ένα βλήμα και να πλήξει το στόχο του, προκαλώντας τραυματισμό μεγάλου βαθμού.
  5. (για όπλα) απόλυτο μέγιστο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία θα φτάσει το βλήμα με γωνία βολής +45° ως προς τον ορίζοντα. Στην απόσταση αυτή το βλήμα διανύει μεγάλη διαδρομή και η αντίσταση του αέρα ανακόπτει την ταχύτητά του αρκετά ώστε να μην έχει αρκετή ενέργεια, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στον στόχο που θα βρεθεί μέσα στη τροχιά του.
  6. (μεταφορικά) η επιρροή που μπορεί να ασκήσει κάποιος με το λόγο του, τις απόψεις του, τη δράση του

32πχ Μεταφράσεις[]