βροχή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βροχή | βροχές |
| γενική | βροχής | βροχών |
| αιτιατική | βροχή | βροχές |
| κλητική | βροχή | βροχές |
[
]
Ετυμολογία
- βροχή < βρέχω
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
βροχή θηλυκό
- μορφή υετού, σταγόνες νερού που πέφτουν από τα σύννεφα
- (μεταφορικά) παρόμοια γεγονότα που συμβαίνουν σε μεγάλο αριθμό μέσα σε μικρό διάστημα
- ο υπουργός δέχτηκε μια βροχή κατηγοριών για τις κυνικές δηλώσεις του
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
βροχή
|
|