δίγλωσσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική δίγλωσσος δίγλωσση δίγλωσσο
γενική δίγλωσσου δίγλωσσης δίγλωσσου
αιτιατική δίγλωσσο δίγλωσση δίγλωσσο
κλητική δίγλωσσε δίγλωσση δίγλωσσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίγλωσσοι δίγλωσσες δίγλωσσα
γενική δίγλωσσων δίγλωσσων δίγλωσσων
αιτιατική δίγλωσσους δίγλωσσες δίγλωσσα
κλητική δίγλωσσοι δίγλωσσες δίγλωσσα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δίγλωσσος < δι- (< δίς) + -γλωσσος (< γλώσσα)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈði.ɣlɔ.sɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈði.ɣlɔ.si/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈði.ɣlɔ.sɔ/ ουδέτερο

[] Open book 01.svg Επίθετο

δίγλωσσος, -η, -ο

  1. που μεταχειρίζεται δύο μητρικές γλώσσες
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μονόγλωσσος
  2. που έχει γραφτεί σε δύο γλώσσες
  3. (κακόσημο) που διατυπώνει διαφορετικές απόψεις ανάλογα με την περίσταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υποκριτής

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες