διάκριτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- διάκριτος: ρηματικό επίθετο σε -τος < από το ρ. διακρίνω
Επίθετο [
]
διάκριτος, -η, -ο
- που ξεχωρίζει, ξεχωριστός, διακεκριμένος
- Το φάσμα συχνοτήτων ενός σύνθετου τόνου (π.χ. μιας νότας του πιάνου) αποτελείται από ένα σύνολο διάκριτων συχνοτήτων. Η χαμηλότερη από αυτές λέγεται θεμελιώδης, ενώ οι υψηλότερες λέγονται αρμονικές.
- Σημείωση
- Συχνά συγχέεται με τo επίθετο διακριτός.