θρίαμβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θρίαμβος θρίαμβοι
γενική θριάμβου θριάμβων
αιτιατική θρίαμβο θριάμβους
κλητική θρίαμβε θρίαμβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρίαμβος < αρχαία ελληνική θρίαμβος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈθɾi.aɱ.vɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θρίαμβος αρσενικό

  1. η παρέλαση που έκανε ένας νικητής στρατηγός στην αρχαία Ρώμη μετά τη νίκη του
  2. πολύ μεγάλη νίκη
  3. πολύ μεγάλο επίτευγμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρίαμβος <
  1. άγνωστης ετυμολογίας
  2. αντιδάνειο από τη λατινική triumphus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θρίαμβος αρσενικό

  1. ύμνος στο θεό Διόνυσο
  2. παρέλαση του στρατού σε πόλη, μέσα σε πανηγυρικές εκδηλώσεις, μετά από νικηφόρα μάχη