ιδιόλεκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδιόλεκτος ιδιόλεκτοι (ιδιόλεκτες)
γενική ιδιολέκτου ιδιολέκτων
αιτιατική ιδιόλεκτο ιδιολέκτους (ιδιόλεκτες)
κλητική (ιδιόλεκτο) (ιδιόλεκτοι)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ιδιόλεκτος < ίδιος + λέγω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ιδιόλεκτος θηλυκό (και ιδιόλεκτο ουδέτερο)

  1. ο ιδιαίτερος ατομικός τρόπος με τον οποίο ένας ομιλητής πραγματώνει τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία
  2. το γλωσσικό ιδίωμα ατόμου ή περιορισμένου κύκλου ατόμων (οικογένεια)

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες