ιθαγενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ιθαγενής < αρχαία ελληνική ἰθαγενής

Open book 01.svg Επίθετο[]

ιθαγενής, -ής, -ές

  1. που ανήκει στον λαό που υπήρχε σε μια χώρα πριν την αποικιοκράτησή της
    οι ιθαγενείς κάτοικοι της Παπουασίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ντόπιος
  2. (μεταφορικά) που κατάγεται από τη χώρα για την οποία μιλούμε, που δεν το έφεραν από αλλού
    η χαρουπιά είναι ιθαγενές είδος στην Ελλάδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ιθαγενής αρσενικό ή θηλυκό

  1. που γεννήθηκε σε μια χώρα, σε αντίθεση με τους αποίκους της
    μελέτησε τα ήθη και έθιμα των ιθαγενών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]