ντόπιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ντόπιος < αρχαία ελληνική ἐντόπιος
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
ντόπιος, -ια, -ιο
- που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
- που έχει δημιουργηθεί ή παραχθεί σε έναν τόπο
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Ουσιαστικό
ντόπιος αρσενικό
- αυτός που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
- οι ντόπιοι ήταν ιδιαίτερα φιλικοί απέναντι στους επισκέπτες