ιωβηλαίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιωβηλαίο ιωβηλαία
γενική ιωβηλαίου ιωβηλαίων
αιτιατική ιωβηλαίο ιωβηλαία
κλητική ιωβηλαίο ιωβηλαία

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ιωβηλαίο < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής ἰωβηλαῖον (ἔτος) < εβραϊκή, Yobbel (: κέρατο κριαριού που χρησιμοποιούνταν σαν σάλπιγγα κάθε 50 χρόνια)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /i.ɔ.vi.ˈlɛ.ɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ιωβηλαίο ουδέτερο

  1. η πεντηκοστή (ή άλλη σημαντική) επέτειος για την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος, μια συγκεκριμένη κοινωνική προσφορά, για γάμο ενός ζευγαριού κ.λπ.
  2. Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πεντηκονταετηρίδα
  3. (θρησκεία) θεσμός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με τον οποίο κάθε 25 χρόνια τα χριστούγεννα δίνεται άφεση αμαρτιών στους πιστούς που εξομολογούνται κι επισκέπτονται τόπους προσκυνήματος

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες