καλάθι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλάθι καλάθια
γενική καλαθιού καλαθιών
αιτιατική καλάθι καλάθια
κλητική καλάθι καλάθια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλάθι < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή καλάθιον < αρχαία ελληνική κάλαθος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ˈla.θi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλάθι ουδέτερο

  1. σκεύος από πλεγμένο καλάμι για προσωρινή αποθήκευση και μεταφορά αντικειμένων, π.χ. φρούτων και λαχανικών
  2. σκεύος μεταλλικό ή πλαστικό για την απόρριψη των απορριμμάτων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κάλαθος των αχρήστων
  3. το πλαϊνό τμήμα τρίκυκλης μοτοσυκλέτας
  4. (αθλητισμός) κυκλικό στεφάνι από το οποίο κρέμεται δίχτυ και από το οποίο πρέπει να περάσει μέσα η μπάλα για να μετρηθεί ένας πόντος σε αγώνα καλαθοσφαίρισης
    • η επιτυχής προσπάθεια που καταλήγει στο πέρασμα της μπάλας μέσα από το κυκλικό στεφάνι σε αγώνα καλαθοσφαίρισης

Εκφράσεις[]

  • όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι: μη δίνεις μεγάλη σημασία σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις

32πχ Μεταφράσεις[]