καλάθι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καλάθι | καλάθια |
| γενική | καλαθιού | καλαθιών |
| αιτιατική | καλάθι | καλάθια |
| κλητική | καλάθι | καλάθια |
Ετυμολογία [
]
- καλάθι < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή καλάθιον < αρχαία ελληνική κάλαθος
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
καλάθι ουδέτερο
- σκεύος από πλεγμένο καλάμι για προσωρινή αποθήκευση και μεταφορά αντικειμένων, π.χ. φρούτων και λαχανικών
- σκεύος μεταλλικό ή πλαστικό για την απόρριψη των απορριμμάτων
- το πλαϊνό τμήμα τρίκυκλης μοτοσυκλέτας
- (αθλητισμός) κυκλικό στεφάνι από το οποίο κρέμεται δίχτυ και από το οποίο πρέπει να περάσει μέσα η μπάλα για να μετρηθεί ένας πόντος σε αγώνα καλαθοσφαίρισης
- η επιτυχής προσπάθεια που καταλήγει στο πέρασμα της μπάλας μέσα από το κυκλικό στεφάνι σε αγώνα καλαθοσφαίρισης
Εκφράσεις [
]
- όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι: μη δίνεις μεγάλη σημασία σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις