λαρδί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαρδί λαρδιά
γενική λαρδιού λαρδιών
αιτιατική λαρδί λαρδιά
κλητική λαρδί λαρδιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαρδί < μεσαιωνική ελληνική λαρδί(ο)ν, υποκοριστικό του (ελληνιστική κοινή ) λάρδος < λατινική lardum (=αλατισμένο/παστωμένο κρέας) < αρχαία ελληνική λαρινός (=παχύς, λιπαρός) (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λαρδί ουδέτερο


32πχ Μεταφράσεις[]